|
Ο Επίκουρος καταγόταν από την Αθήνα, γεννήθηκε όμως στη Σάμο,
το 341 π.Χ., όπου είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του ως Αθηναίος κληρούχος ύστερα
από την επανάκτηση της Σάμου το 359 π.Χ. από τους Αθηναίους. Τα πρώτα γράμματα
τα έμαθε από τον πατέρα του, που ασκούσε και το επάγγελμα του
γραμματοδιδάσκαλου. Νεαρότατος παρακολούθησε φιλοσοφικά μαθήματα κοντά στον
πλατωνικό Πάμφιλο και αργότερα, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, πήγε στο γειτονικό
νησί Τέων και μαθήτευσε κοντά στον Ναυσιφάνη, που δίδασκε την φιλοσοφία του
Δημόκριτου.
Το 323 και 322 π.Χ. βρίσκεται στην Αθήνα για την εκπλήρωση
της στρατιωτικής του θητείας. Μετά την αποστράτευση, κι ενώ στο μεταξύ οι
Αθηναίοι είχαν χάσει σαν κτήση τη Σάμο, καταφεύγει στην ακμαία ιωνική πόλη
Κολοφώνα, όπου είχαν μετοικήσει και οι δικοί του, και μένει εκεί δώδεκα ολόκληρα
χρόνια, μελετώντας μόνος του, επαιρόμενος αργότερα γι' αυτό ως αυτοδίδακτος. Ο
ίδιος αρχίζει να διδάσκει από το 310 π.Χ. στη Μυτιλήνη πρώτα και ύστερα στη
Λάμψακο, όπου ίδρυσε σχολές, που διατηρήθηκαν και μετά την αποχώρηση του από
εκεί σαν παραρτήματα κατά κάποιον τρόπο, αν στηριχτούμε στις συγκινητικές
επιστολές, που αντάλλασσε ο εγκατεστημένος πια στην Αθήνα Επίκουρος με τους
πρώην μαθητές του και συνεχιστές του στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο.
Στην Αθήνα επέστρεψε το 306 π.Χ. Αγόρασε ένα κομμάτι γης, τον
«Κήπο», όπου εγκατέστησε τη Σχολή του. Η Σχολή ήταν μια κοινότητα φίλων, μαθητών
και προχωρημένων, ένα 'κοινόβιο' όπου ζούσαν πολλοί μαζί, άνδρες και γυναίκες,
ανάμεσα τους δούλοι και εταίρες, συνεισφέροντας υλικά για την κοινή συντήρηση,
μελετώντας και συζητώντας, διδάσκοντας και διδασκόμενοι, τρώγοντας και
ψυχαγωγούμενοι σαν μια μεγάλη παρέα. Εξαιτίας αυτής της μορφής της Σχολής
εξαπολύθηκαν από τους αντίπαλους οι κατηγορίες για άκρατο ηδονισμό, για όργια
και ανέμελη ζωή, διαστρεβλώσεις που ακολουθούν τη Σχολή μέχρι σήμερα, αλλά που
εύκολα απορρίπτονται, αν αφήσουμε τα ίδια τα κείμενα να μιλήσουν και λάβουμε
υπόψη μας τις αξιόπιστες μαρτυρίες. Γιατί στο κοινόβιο καλλιεργούταν η φυσική,
λιτή ζωή, η εγκράτεια, η φιλία, η αλληλεγγύη, η αποχή από τις κενές ηδονές, η
επιδίωξη των πνευματικών ηδονών, η αταραξία της ψυχής, το «λάθε βιώσας», η
αποχώρηση δηλαδή από την τύρβη της καθημερινής ζωής και από το πλήθος.
Ο Επίκουρος πέθανε το 270 π.Χ., αφού υπέμεινε καρτερικά μια
οδυνηρή αρρώστια, γαλήνιος και ευτυχισμένος ανάμεσα σε πιστούς συντρόφους,
παραγγέλνοντας τους με τα τελευταία λόγια του να μεριμνήσουν για την φιλοσοφία,
για την οποία αυτός, όπως αλλού εξομολογείται, ήταν περήφανος, που την πρόσφερε
ως υπηρεσία στην ανθρωπότητα.
Μια τέτοια φιλοσοφία, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσε παρά να
συγκεντρώνει πάνω της διαρκώς το ενδιαφέρον από τότε μέχρι και σήμερα. Το
ενδιαφέρον, βέβαια, αυτό προερχόταν πάντα τόσο από υποστηριχτές όσο και από
αντίπαλους και διαστρεβλωτές. Και καμιά άλλη αρχαία φιλοσοφική σχολή δεν
διέτρεξε την πορεία της από τη γέννηση της μέχρι σήμερα, ακολουθούμενη από
τόσους πολλούς φίλους και εχθρούς.
«Μέγιστο διαφωτιστή» αποκαλεί τον Επίκουρο ο Μαρξ, και η
διδακτορική του διατριβή φέρει τον τίτλο «Διαφορά της Δημοκρίτειας και
Επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας». Σύγχρονοι ηδονιστές, εφαρμόζοντας προκρούστεια
λογική, κατέφυγαν στον ηδονισμό του Επίκουρου, για να στηρίξουν τον
πανσεξουαλισμό τους. Αμήχανοι χίπηδες με άδολη πρόθεση τον πλησίασαν στις
δεκαετίες του 60 και του 70, για να στήσουν τα κοινόβια τους. Και χιλιάδες
άνθρωποι σήμερα ομνύουν στο όνομα του, μα πιο πολύ στο μύθο του. Με πολλά λόγια
και λίγη πράξη. Γιατί η φιλοσοφία του Επίκουρου είναι θελκτική στα λόγια και
δύσκολη στην εφαρμογή.
Αρχή και μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση. Γι' αυτό η φρόνηση,
από την οποία προέρχονται όλες οι άλλες αρετές είναι η πολυτιμότερη ακόμη και
από τη φιλοσοφία, επειδή μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζούμε ευχάριστα,
δίχως να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια, ούτε να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια
χωρίς να ζούμε ευχάριστα. Γιατί οι αρετές συγγενεύουν εκ φύσεως με την ευχάριστη
ζωή και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές.
This site is © Copyright YourName 2004-2005, All Rights Reserved
Steve's free web templates
|